ΕΥΚΙΝΗΣΙΑ: Η πολυσύνθετη κινητικο-γνωστική δεξιότητα της υψηλής απόδοσης

Του Ηλία Ζαπαρτίδη

Ως ευκινησία (agility στη διεθνή βιβλιογραφία) έχει ορισθεί η ικανότητα ταχείας αλλαγής κατεύθυνσης, αλλά επίσης και η ικανότητα ταχείας αλλαγής κατεύθυνσης με ακρίβεια (Sheppard & Yoyng 2006). Ο πλέον πρόσφατος ορισμός της ευκινησίας την ορίζει ως απότομη και ταχεία κίνηση όλου του σώματος με μεταβολή στην ταχύτητα ή την κατεύθυνση, σε απάντηση ενός ερεθίσματος. Η ικανότητα να τρέχεις γρήγορα συνεχόμενα και ν’ αλλάζεις απότομα κατεύθυνση, είναι απαραίτητο στοιχείο στην εξάσκηση αλλά και στην απόδοση σε όλα τα ομαδικά αθλήματα.

Η ευκινησία ως ικανότητα, είναι η συνισταμένη πολλών επιμέρους σημαντικών φυσιολογικών (κινητικότητα αρθρώσεων, ευλιγισία, ισχύς, ταχύτητα, ταχύτητα αντίδρασης, επιτάχυνση, συναρμογή, κλπ), βιολογικών (άλιπη μάζα, τύπος μυικής ίνας, νευρομυικός συντονισμός, κλπ) και γνωστικών παραγόντων (νοητικές λειτουργίες, μάθηση, αντίληψη, πρόβλεψη, απόφαση, συντονιστικές ικανότητες, κλπ). Οι ομοιότητες στα μορφολογικά, βιοχημικά και βιομηχανικά συστατικά που καθορίζουν την αλτικότητα, την ταχύτητα και την ευκινησία, έχουν οδηγήσει στην υπόθεση ότι αυτές οι ιδιότητες είναι ιδιαίτερα σχετικές μεταξύ τους. Οι περισσότερες μελέτες όμως έχουν δείξει ότι υπάρχει πολύ χαμηλή συσχέτιση μεταξύ της απόδοσης στην ταχύτητα, στην αλτικότητα και στην ευκινησία. Επομένως, τα συστατικά αυτά της απόδοσης, αν και συνδέονται μεταξύ τους θα πρέπει να διαφοροποιούνται στην προπόνηση (δλδ η βελτίωση στην ικανότητα της ταχύτητας, δεν σημαίνει απαραιτήτως και βελτίωση στην ικανότητα αλλαγής κατεύθυνσης....)




Η φύση και η δομή του αθλήματος είναι πολύσνθετη, και απαιτεί από τους αθλητές και τις αθλήτριες ένα πολύ υψηλό επίπεδο φυσικής κατάστασης, αλλά επιπλέον και συγχρόνως, υψηλότατο επίπεδο τεχνικών και τακτικών δεξιοτήτων καθώς και υψηλό επίπεδο γνωστικής-αγωνιστικής ευφυίας. Ένας αθλητής που είναι γενετικά προικισμένος με γλυκολυτικές μυικές ίνες ταχείας συστολής, έχει σαφέστατα τη δυνατότητα υψηλών επιδόσεων σε ικανότητες ισχύος (πχ. ταχύτητες, άλματα, ρίψεις). Αυτό δεν σημαίνει υποχρεωτικά ότι ο ίδιος αθλητής θα είναι εξίσου αποδοτικός στις απρόβλεπτες κινητικές προσπάθειες υψηλής έντασης με ή χωρίς την μπάλα, ή ακόμη και στις εναλλαγές των τεχνικών και τακτικών απαιτήσεων του αγώνα. Από την άλλη μεριά, ένας αργός αθλητής, του οποίου οι κληρονομικές καταβολές δεν είναι οι ιδανικές για το άθλημα, μπορεί να αποδόσει καλύτερα στα τεχνικά και τακτικά στοιχεία του παιχνιδιού αν έχει σε υψηλό βαθμό ανεπτυγμένες τις νοητικές λειτουργίες και κατέχει άριστα την τεχνική του αθλήματος (χαρακτηριστικό παράδειγμα από το χώρο του ποδοσφαίρου ο Μαραντόνα).




Σχετικά πρόσφατη μελέτη η οποία αφορούσε έφηβους αθλητές χειροσφαίρισης, μας ενημερώνει πως κατά τη διάρκεια το αγώνα (2Χ25), οι παίκτες πραγματοποίησαν κατά μέσο όρο 501 ± 47 αλλαγές δραστηριότητας (δηλαδή μια αλλαγή κάθε ~ 5,9 δευτερόλεπτα του παιχνιδιού) και πραγματοποίησαν 38 ± 6 μέγιστες ταχύτητες με μέση διάρκεια 2,0 ± 0,6 δευτερολέπτων). Οι αγωνιστικές κινήσεις στη χειροσφαίριση χαρακτηρίζονται κυρίως από πολύ σύντομες επιταχύνσεις (μικρότερες των 3 μέτρων) με 30 - 40 ξαφνικά σταματήματα και 30 - 40 αλλαγές κατεύθυνσης. Όλες αυτές οι κινητικές δραστηριότητες έχουν ως αφετηρία κινητική και όχι στατική κατάσταση του αθλητή και είναι απρόβλεπτες. Είναι πλέον σαφές και αποδεκτό, ότι για την ταχεία εκδήλωση των διάφορων απρόβλεπτων ή μη, κινητικών προσπαθειών σε καταστάσεις αγώνα, βασικό και πρωταρχικό ρόλο έχουν οι γνωστικές-νοητικές λειτουργίες του αθλητή οι οποίες τελούνται στο Κεντρικό Νευρικό Σύστημα και έχουν άμεση σχέση με την εμπειρία, την μνήμη μεγάλης διάρκειας, και την επεξεργασία των παλαιότερων πληροφοριών.






Κυρίως στις ηλικιακές κατηγορίες, αλλά και στους ενήλικες αθλητές, ακόμα και στους αθλητές υψηλού επιπέδου, είναι σημαντικό η προπόνηση για τη βελτίωση των φυσικών ικανοτήτων να περιέχει ποικίλες ασκήσεις ευκινησίας αγωνιστικών συνθηκών, με χρήση μπάλας, εναλλαγές ρυθμών, απότομα σταματήματα, επιταχύνσεις, και παρουσία συμπαικτών και αντιπάλων. Όταν κάποιος αθλητής αποφασίζει για μία κίνηση, το κεντρικό νευρικό σύστημα, καθορίζει ποιοί μύες χρειάζεται να επιστρατευτούν και με ποιά αλληλουχία για να εκτελεσθεί ορθά η κίνηση. Εξασκώντας μία ικανότητα όλο και περισσότερες φορές, το ΚΝΣ ανταποκρίνεται όλο και περισσότερο σε αυτή την κίνηση. Στον αθλητισμό απαιτείται – κατά κανόνα – μάθηση και εκτέλεση πολλών και πολύπλοκων κινητικών δεξιοτήτων.




Επιλέον, η προπόνηση άμυνας και επίθεσης, πρέπει να περιλαμβάνει κινήσεις ευκινησίας και αντίδρασης απρόβλεπτων καταστάσεων, δηλαδή απάντηση σε οπτικό ερέθισμα. Είναι επίπσης αναγκαίο, κατά τη διάρκεια της γενικής προετοιμασίας (και όχι μόνο), να διαφοροποιούνται τα προγράμματα προπόνησης ανάλογα με τη θέση του παίκτη στην ομάδα, καθώς άλλες απαιτήσεις έχει η θέση του τερματοφύλακα πχ και άλλες του περιφερειακού ή του παίκτη γραμμής. Τα τελευταία χρόνια οι προπονητικοί αγώνες με λίγους παίκτες (πχ 3 εναντίον 3) σε περιορισμένο χώρο έχουν βρεθεί στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των προπονητών λόγω της δυνατότητας που προσφέρουν να αναπτύσουν ταυτόχρονα φυσικές ικανότητες και ειδικές τεχνικές και τακτικές ικανότητες του κάθε αθλήματος μέσα από απρόβλεπτες αγωνιστικές καταστάσεις. Για τη χειροσφαίριση έχει αναφερθεί μια προπονητική παρέμβαση μικρών αγωνιστικών παιχνιδιών διάρκειας 8 εβδομάδων / 2 φορές την εβδομάδα. Το πρόγραμμα περιελάμβανε 2 Χ 5 περιόδους διάρκειας 2,25’’ – 3,10’’ λεπτών (αύξηση του χρόνου παιχνιδιού ανά εβδομάδα) με παθητική ανάκαμψη 1 λεπτού μεταξύ των περιόδων. Τα παιχνίδια έγιναν στο μισό γήπεδο (20 Χ 20) χωρίς τερματοφύλακες, όπου οι παίκτες έπρεπε να σκοράρουν σε τερματάκια διαστάσεων 1.2 Χ 0.9 μέτρων. Το περπάτημα και η τρίπλα δεν επιτρεπόταν και η επίθεση είχε 20 δεύτερα στη διάθεσή της για να σκοράρει. Σε σχέση με την κλασική προπόνηση υψηλής έντασης, οι παίκτες που προπονήθηκαν με τα μικρά παιχνίδια παρουσίασαν σημαντικά μεγαλύτερη βελτίωση στις επιδόσεις σε 10 και 20 μέτρα ταχύτητα, στην αλτικότητα και στην ευκινησία.




Η ευκινησία, ως αλλαγή κατεύθυνσης και ταχύτητας κίνησης των ποδιών, μπορεί εύκολα να βελτιωθεί με τη χρήση της αθλητικής σκάλας. Επιπλέον, κατά τη διάρκεια προπόνησης επιτάχυνσης και σπριντ, οι ασκήσεις πρέπει περιλαμβάνουν και να συδυάζονται με απότομες αλλαγές κατεύθυνσης, σταματήματα, και ελιγμούς με και χωρίς μπάλα. Η εκτέλεση των ασκήσεων πρέπει να γίνεται στην αρχή του κύριου μέρους της προπονητικής μονάδας με ξεκούραστο κεντρικό νευρικό σύστημα. Πρόσφατη μελέτη έδειξε ότι ο συνδυασμός τυπικής προπόνησης χειροσφάιρισης με ασκήσεις σε αθλητική σκάλα, βελτίωσε σημαντικά την απόδοση προέφηβων κοριτσιών στην ευκινησία (7.1%), στο μήκος χωρίς φόρα (7.8%), και στην τρίπλα (6.7%).

Συνοψίζοντας, η ευκινησία ως συνισταμένη της υψηλής απόδοσης, έχει άμεση σχέση με τις νοητικές νευρολογικές λειτουργίες, τον κινητικό έλεγχο και την κινητική μάθηση, και πρέπει να βελτιώνεται μέσω απρόβλεπτων και προβλεπόμενων κινητικών καταστάσεων με και χωρίς μπάλα. Έτσι, η προπόνηση εκτός από την βελτίωση των φυσικοκινητικών και λειτουργικών ικανοτήτων, πρέπει να προσβλέπει και στη βελτίωση της αντίληψης, της πρόβλεψης, της ικανότητας λήψης άμεσης απόφασης και της ταχείας ατίδρασης στο ερέθισμα.




ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Iacono, A, Eliakim, A, & Meckel, Y. (2015). Improving fitness of elite handball players: small-sided games vs. high-intensity intermittent training. J Strength Cond Res 29(3): 835–843.

Negra, Y, Chaabene, H, Hammami, M. et al. (2017). Agility in young athletes: is it a different ability from speed and power? J Strength Cond Res 31(3): 727–735.

Salaj, S & Markovic, G. (2011). Specificity of jumping, sprinting, and quick change-of-direction motor abilities. J Strength Cond Res 25(5): 1249–1255.

Sheppard, J.M. & Young, W.B. (2006). Agility literature review: classification, training and testing. J Sports Sci, 24(9): 919-932.

Vescovi, J.D. & McGuigan, M.R. (2008). Relationships between sprinting, agility, and jump ability in female athletes. J Sports Sci, 26(1): 97-107.

Ζάκας, Α. (2009). Προπόνηση φυσικής κατάστασης.

Ζέρβας, Ι. (2006). Εισαγωγή στην κινητική συμπεριφορα.

Κεπεσίδου, Μ., Νικολαΐδου, ΜΕ. & Ζαπαρτίδης Η. (2017). Σύγκριση της επίδρασης μεταξύ συνδυασμού προπόνησης αντιστάσεων και ευκινησίας με τυπική προπόνηση στην απόδοση φυσικών ικανοτήτων σε νεαρές αθλήτριες xειροσφαίρισης. 4ο Συνέδριο Αθλητικής Επιστήμης, ΕΚΠΑ.


Πηγή
Μοιραστείτε το στο Google Plus

1ki1 news - ena ki ena nea

Το 1ki1 News Group είναι πολυσυλλεκτικός διαδικτυακός τόπος που ανανεώνεται συνεχώς, όλο το 24ώρο, όλο τον χρόνο.

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου